17 Ιουλ 2009

"Τα ΠΡάΓΜΑΤΑ ΤΟυ ΜΕΓάΛΟΥ ΠΝΕύΜΑΤΟΣ": ΗΛΙΟΒΑΣίλΕΜΑ ΣΤΟ ΣΙΦΝέΙΚΟ

.



...Ένας άλλος λόγος που κάνει τον Παπαλάνγκι να ξεχωρίζει, είναι ότι λέγοντας πολλά λόγια, προσπαθεί να μας πείσει ότι είμαστε φτωχοί και άθλιοι, κι ότι χρειαζόμαστε πολλή βοήθεια, γιατί δεν έχουμε πράγματα.

Αφήστε με να σας περιγράψω, αδέρφια μου των Πολλών Νησιών, τί είναι πράγμα. Η καρύδα είναι ένα πράγμα, η βεντάλια είναι ένα πράγμα, το πανί, το όστρακο, το δαχτυλίδι, το πιάτο, το κόσμημα, όλα αυτά, είναι πράγματα. Υπάρχουν όμως δυό ειδών πράγματα. Αυτά που έφτιαξε το μεγάλο Πνεύμα χωρίς εμείς να το βλέπουμε, και που δεν κοστίζουν σ'εμάς τους ανθρώπους κανέναν κόπο και δουλειά, όπως η καρύδα, το μύδι, η μπανάνα. Υπάρχουν και τα πράγματα που φτιάχνουν οι άνθρωποι, με πολύ κόπο και δουλειά, όπως το δαχτυλίδι, το πιάτο, η βεντάλια.

Ο Παπαλάνγκι εννοεί ότι αυτά που φτιάχνει ο ίδιος με τα χέρια του, τα ανθρωποπράγματα, μας λείπουν. Δεν είναι φυσικά δυνατόν να εννοεί τα πράγματα του μεγάλου Πνεύματος. Γιατί υπάρχει κανείς που να είναι πλουσιότερος, που να έχει περισσότερα πράγματα του μεγάλου Πνεύματος, από εμάς; Ρίξτε μια ματιά γύρω σας, ως πέρα στον ορίζοντα, εκεί όπου η άκρη της γης βαστάζει τον Μεγάλο Γαλάζιο Θόλο. Τα πάντα είναι πλήρη από μεγάλα πράγματα: η ζούγκλα με τ'αγριοπερίστερά της, τα κολίμπρια της, και τους παπαγάλους της, η λιμνοθάλασσα με τα μύδια της και με τις καραβίδες της και με τα ψάρια της, η παραλία με το φωτεινό της πρόσωπο και με την απαλή γούνα της άμμου της, το Μεγάλο Νερό, που μπορεί ν'αγριεύει σαν τον πολεμιστή, και να χαμογελά σαν μια Ταοπού, ο Μεγάλος Γαλάζιος Θόλος, που αλλάζει κάθε ώρα, και κουβαλά τα Μεγάλα Άνθη, που μας στέλνουν το χρυσό και τ' ασημένιο φως.

Ο Παπαλάνγκι

Φωτογραφίες: εγώ, χτες. Η πρώτη είναι απείραχτη σε χαρακτηριστικά, αλλά όλες είναι σε σημαντική σμίκρυνση.
.

16 Ιουλ 2009

Ο ήΛΙΟΣ Θα ΔύΕΙ ΠάΝΤΑ ΣΤο ΣΙΦΝέΙΚΟ ΓΥΑΛό

.
Κι όταν γαληνεύεις

κι όταν αγριεύεις
κι όταν αδιαφορείς

Ο Ήλιος θα δύει
πάντα


Κι όταν αγαπάς

κι όταν μισείς
κι όταν συγχωρείς

Ο Ήλιος πάντα


Κι όταν ελπίζεις

κι όταν απελπίζεσαι
κι όταν πια
δε θα ζεις


Ο Ήλιος !


Αντίπαρος, 15 - 7 - 2009

ΟΧΤώ ΧΙΛΙόΜΕΤΡΑ ΝύΧΤΑ

.

πάνω αριστερά, ο Αντάρης (το α του Σκορπιού)


Από την Παροικιά στην Πούντα με ποδήλατο,
στο σκοτάδι, ίσον κίνδυνος εμπλοκής
κι ο σάκος στην πλάτη βαρύς


παρέα με τον Τοξότη και το Σκορπιό
στον ξάστερο ουρανό

τραβάω για την Αντίπαρο
-τί, τί να φοβηθώ;


διώξε τον τρόμο μου, Αντάρη!
φέξε το δρόμο μου, φανάρι!
φύσ' αεράκι ευωδιές!

.

15 Ιουλ 2009

ΔΕΙΛΙΝό Στο ΠέΛΑΓΟ

η δύση του ήλιου από το κατάστρωμα του "Διαγόρα"

Θα μπορούσα να ζω μόνο για τούτη τη στιγμή.

Αφήνω πίσω μου την υγρασία και την ασχήμια της Θεσσαλονίκης και αρκετών από τους κατοίκους της, τον αγώνα δρόμου για να προλάβω να φύγω, το χαμένο για τρία λεπτά τραίνο, το κυνήγι του ΚΤΕΛ… Το ακριβοπληρωμένο, και δολοφονικό Γεφύρι της Άρτας που λέγεται «Αυτοκινητόδρομος ΠάΘΕ» (και σιγά μη μάθεις…)… Τη νεοελληνική κουτοπονηριά του Πασιάκου της Λαμίας και των ΚΤΕΛ για τη συλλογική ληστεία των εγλωβισμένων εκεί τσούρμων των επιβατών, με τα 2 ευρώ του αναψυκτικού και τα τέσσερα της σπανακόπιτας… Την ασχήμια της Ομόνοιας, την ασφυξία του μετρό με τα πράγματα, το τσιμεντένιο καμίνι του λιμανιού του Πειραιά… Την καθυστέρηση του καραβιού, που θα μού στοιχίσει κάποιες περιπέτειες στην Πάρο, ώσπου να φτάσω στην αγαπημένη μου Αντίπαρο…

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει πιά σημασία!

Έφυγα και φέτος!

Ξέφυγα και φέτος!

.

άΝ

.
Αν μπορείς να βλέπεις με την άκρη του ματιού, και να διαβάζεις ανάμεσα στις γραμμές

Αν μπορείς να φυλάγεσαι από τους φίλους, και να διδάσκεσαι από τους εχθρούς

Αν μπορείς να μαθαίνεις από κάθε συμφορά, ώστε ν’ απαλύνεις την επόμενη

Αν μπορείς να συγχωρείς μόνο όσους έχουν μετανιώσει



Τότε μόνο ίσως τα βγάλεις πέρα,

παιδί μου



Ιούλιος 2009

14 Ιουλ 2009

ΠάΝΩ Σ'έΝΑN ύΣΤΕΡΟ έΛΛΗΝΑ ΠΟΙΗΤή

"...Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε."


Όταν ο θρήνος είχε ήδη αρχίσει
στα τείχη, η πτώσις βεβαία,
οι Τρώες παιδεύονταν με κομματάκια ξύλου
στις τριπλόφαρδες πόρτες, κομματάκια
διαγώνια καρφωμένα, κομματάκια.
Κι άρχισαν ν' ανακτούν το κέφι τους και την καλήν ελπίδα.




Μπέρτολντ Μπρεχτ (1898 - 1956)
μετάφραση: Μιλτιάδης Θαλασσινός

.

ΟΝΕίΡΩΞΗ

.
,

κι αν ηταν ονειρο


τι σημασια



ησουν δικη μου

μονη ουσια

,
.

13 Ιουλ 2009

ΣΙΩΠή

.

στίχοι / μουσική Παύλος Παυλίδης - Ξύλινα Σπαθιά


παλιά φωτογραφία

στην άδεια παραλία

σιωπή


λένε πως στα μέρη που ναύαγησες

βασιλεύουν οι Μάγισσες

βουλιάζουνε

στο βυθό και σε βγάζουνε

στον αφρό


η πόλη σαν καράβι

τα φώτα της ανάβει

γιορτή


θυμάμαι που γελούσες


να μείνω μού ζητούσες

παιδί

.

11 Ιουλ 2009

Νά ΧΑΘώ

"Nα πλυθώ με Θαλασσινό, ν' αλμυρίσω·
ν' αψηφήσω τον Κεραυνό·
ν' ανοιχτώ στον Ωκεανό·
να μη γυρίσω πίσω"


Να χαθώ μες τα στήθια σου


Να πνιγώ στα βαθιά σου


Να σωθώ στην αλήθεια σου


Να υποφέρω μακριά σου



.
.
.

Ακούστε το "Να Χαθώ"
στο Radio Mavros Gatos >>>>>>

ΑΝυΠΟΤΑΚΤΙΚή

.

Να πλυθώ με Θαλασσινό
ν' αλμυρίσω

ν' αψηφήσω τον Κεραυνό
ν' ανοιχτώ στον Ωκεανό
να μη γυρίσω πίσω

να χαρώ
να χαθώ
να νικήσω!



Ακούστε: Ιούλης '09 >>>>>>>>
By Μιλτιάδης Θαλασσινός
(σε ξεκούρδιστη πρώτη εκτέλεση)

10 Ιουλ 2009

ΙΟύΛΗΣ ΧΑΪΚΟύ

.


Πάρε όταν θες
κάτι όμορφo να πεις
όπως "σ'αγαπώ"



...ακούστε: Ιούλης '09
σύνθεση / εκτέλεση: η αφεντιά μου
με το γνωστό ξεκούρδιστο πιάνο
.

9 Ιουλ 2009

ΤΟ ΑΗΔόΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΡόΔΟ ( τού oSCAR WiLDE, + AuTOPLaY )



«Υποσχέθηκε να χορέψει μαζί μου ἂν τῆς φέρω κόκκινα ρόδα,» φώναξε ὁ νεαρὸς Σπουδαστής· «ἀλλὰ στὸν κῆπο μου δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα κόκκινο ρόδο!»

Ἀπὸ τὴν φωλιά της στὴ βαλανιδιὰ ἡ Ἀηδόνα τὸν ἄκουσε, καὶ κοίταξε ἔξω, ανάμεσα απ' τα φυλλώματα, κὶ ἀπόρησε.

«Οὔτε ἕνα κόκκινο ρόδο σ᾿ ολόκληρον τὸν κῆπο μου!» φώναξε εκείνος, καὶ τὰ ὄμορφα μάτια τοῦ γέμισαν δάκρυα. «Ἄχ, ἀπὸ τί μικρὰ πράγματα ἐξαρτᾶται ἡ εὐτυχία! Ἔχω διαβάσει ὅλα ὅσα ἔχουν γράψει οἱ σοφοὶ, κὶ ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς φιλοσοφίας εἶναι κτῆμα μου, κι ὅμως, γιὰ ἕνα κόκκινο ρόδο έγινε ἡ ζωή μου δυστυχισμένη.»

«Ἐπιτέλους, νὰ ἕνας αληθινὰ ἐρωτευμένος,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα. «Νύχτες και νύχτες τραγουδούσα γιὰ αὐτόν, κι ας μην τὸν γνωριζα· νύχτες και νύχτες διηγόμουν τὴν ἱστορία του στ᾿ ἀστέρια, καὶ να που τώρα τὸν ἀντικρύζω. Τὰ μαλλιά του εἶναι σκοῦρα σὰν τὸν ἀνθὸ τοῦ ὑάκινθου, καὶ τὰ χείλη του είναι κόκκινα σὰν τὸ ρόδο τοῦ πόθου του· ἀλλὰ τὸ πάθος ἔχει κάνει τὸ πρόσωπό του ὠχρὸ σαν ἐλεφαντοστό, κὶ ἡ θλίψη ἔχει βάλει τὴ σφραγῖδα της στὸ μέτωπό του.»

«Ὁ Πρίγκιπας έχει χορὸ αὔριο τὸ βράδυ,» μουρμούρισε ὁ νεαρὸς Σπουδαστής, «καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ εἶναι καλεσμένη. Ἂν τῆς φέρω ἕνα κόκκινο ρόδο θὰ χορέψει μαζί μου ως τὴν αὐγή. Ἂν τῆς φέρω ἕνα κόκκινο ρόδο θὰ τὴν κρατήσω στὰ χέρια μου, καὶ θὰ γείρει τὸ κεφάλι της πάνω στὸν ὦμο μου, καὶ τὸ χέρι της θὰ κρατά τὸ δικό μου. Μὰ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα κόκκινο ρόδο στὸν κῆπο μου, κι ἔτσι θὰ κάθομαι μόνος, καὶ ἐκείνη θὰ μὲ προσπεράσει. Δὲν θὰ μοῦ δώσει καμία σημασία, καὶ ἡ καρδιά μου θὰ σπάσει.»

«Αὐτὸς ὄντως εἶναι ἀληθινὰ ἐρωτευμένος,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα. «Ό,τι ἐγὼ τραγουδώ, ἐκεῖνος το ὑποφέρει -ὅ,τι γιὰ μένα εἶναι χαρά, γιὰ κεῖνον εἶναι πόνος. Σίγουρα, ὁ Ἔρωτας εἶναι υπέροχος. Εἶναι ακριβότερος ἀπὸ τα σμαράγδια, πολυτιμότερος ἀπὸ τους οπάλιους. Τὰ μαργαριτάρια καὶ τὰ ρουμπίνια δὲν μποροῦν νὰ τὸν εξἀγοράσουν, δεν πουλιέται στὴν ἀγορά. Δὲν μπορεῖ ς να τον προμηθευτείς ἀπὸ τοὺς εμπόρους, οὔτε εξαργυρώνεται στὴ ζυγαριὰ γιὰ χρυσάφι.»

«Οἱ μουσικοὶ θὰ κάθονται στὸν ἐξώστη τους,» εἶπε ὁ νεαρὸς Σπουδαστής, «καὶ θὰ παίζουν τὰ ἔγχορδα ὄργανά τους, καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ χορεύει στοὺς ἤχους τῆς ἅρπας καὶ τοῦ βιολιοῦ. Θὰ χορεύει τόσο ἀνάλαφρα, ποὺ τὰ πόδια της δὲ θ' ἀγγίζουν τὸ δάπεδο, κὶ οἱ αὐλικοί με τὶς αβρές ἐνδυμασίες τους θὰ συνωστίζονται γύρω της. Ἀλλὰ μ' εμένα δὲ θὰ χορέψει, γιατὶ δὲν ἔχω κόκκινο ρόδο νὰ τῆς προσφέρω»· καὶ σωριάστηκε κάτω στὸ γρασίδι, κὶ ἔκρυψε τὸ πρόσωπό του μέσα στὰ χέρια του, κὶ ἔκλαψε.

«Γιατί κλαίει;» ρώτησε μιά μικρὴ Πράσινη Σαύρα, καθὼς περνοῦσε δίπλα του, μὲ τὴν οὐρά στὸ ἀέρα.

«Γιατί, ἀλήθεια;» εἶπε μία Πεταλούδα, ποὺ φτερούγιζε ὁλόγυρα, κυνηγώντας μίαν ἡλιαχτίδα.

«Γιατί, ἀλήθεια;» ψιθύρισε μία Μαργαρίτα στη διπλανή της, μὲ ἁπαλή, χαμηλὴ φωνή.

«Κλαίει γιὰ ἕνα κόκκινο ρόδο,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα.

«Γιὰ ἕνα κόκκινο ρόδο;» φώναξαν· «τι γελοῖο!»- καὶ ἡ μικρὴ Σαύρα, ποὺ ἦταν κάπως κυνική, γέλασε σαρκαστικά.

Ὅμως ἡ Ἀηδόνα κατάλαβε τὸ μυστικὸ τῆς θλίψης τοῦ Σπουδαστῆ, καὶ κάθισε σιωπηλὴ στὴ βελανιδιά, καὶ σκεφτόταν τὸ μυστήριο τοῦ Ἔρωτα.

Ξαφνικὰ ἅπλωσε τὰ καστανὰ φτερά της γιά να πετάξει, κὶ ὑψώθηκε στὸν ἀέρα. Πέρασε μέσα ἀπὸ τὸ αλσύλλιο σὰ σκιά, καὶ σὰ σκιὰ διέσχισε τὸν κῆπο.

Στὸ κέντρο του γρασιδιού στεκόταν μια ὄμορφη Τριανταφυλλιά, κὶ ὅταν τὴν εἶδε πέταξε πρὸς τὸ μέρος της, κὶ έκατσε σ' ἕνα κλαράκι.

«Δῶσε μου ἕνα κόκκινο ρόδο,» έκραξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»

Μὰ τὸ Δένδρο κούνησε αρνητικά τὸ κεφάλι του. «Τὰ ρόδα μου εἶναι λευκά,» ἀπάντησε· «λευκά σαν τον ἀφρὸ τῆς θάλασσας, πιὸ λευκά ἀπὸ τὸ χιόνι πάνω στὰ βουνά. Πήγαινε όμως στὸ ἀδέλφι μου ποὺ φυτρώνει κοντά στὸ παλιὸ ἡλιακὸ ρολόι, κὶ ἴσως σοῦ δώσει εκείνο ποὺ ζητᾷς.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιὰ ποὺ φύτρωνε κοντά στὸ παλιὸ ἡλιακὸ ρολόι. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο ρόδο,» έκραξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»

Μὰ τὸ Δένδρο κούνησε αρνητικά τὸ κεφάλι του. «Τὰ ρόδα μου εἶναι κίτρινα,» ἀπάντησε· «κίτρινα σαν τὰ μαλλιὰ τῆς γοργόνας ποὺ κάθεται στον κεχριμπαρένιο θρόνο, πιὸ κίτρινα ἀπὸ τὸν ἀσφόδελο ποὺ ἀνθίζει στὸ λιβάδι, πρὶν ἔρθει ὁ θεριστῆς μὲ τὸ δρεπάνι του. Πήγαινε όμως στὸ ἀδέλφι μου ποὺ φυτρώνει κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ Σπουδαστῆ, κὶ ἴσως σοῦ δώσει εκείνο ποὺ ζητᾷς.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιὰ ποὺ φύτρωνε κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ Σπουδαστῆ. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο ρόδο,» έκραξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»

Μὰ τὸ Δένδρο κούνησε αρνητικά τὸ κεφάλι του. «Τὰ ρόδα μου εἶναι κόκκινα,» ἀπάντησε, «κόκκινα σαν τὰ πόδια τοῦ περιστεριοῦ, πιὸ κόκκινα ἀπὸ τὶς μεγάλες βεντάλιες τοῦ κοραλιοῦ, ποὺ κυματίζουν καὶ κυματίζουν, στὰ σπήλαια τοῦ ὠκεανοῦ. Μα ὁ χειμῶνας πάγωσε τὶς φλέβες μου, κὶ ἡ παγωνιὰ έκαψε τὰ μπουμπούκια μου, κὶ ἡ θύελλα έσπασε τὰ κλαριά μου, καὶ δὲν θὰ έχω καθόλου ρόδα φέτος.»

«Ἕνα κόκκινο ρόδο θέλω μόνο,» φώναξε ἡ Ἀηδόνα, «ἕνα μόνο! Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ μπορέσω νὰ τ' ἀποκτήσω;»

«Ὑπάρχει ἕνας τρόπος,» ἀπάντησε τὸ Δένδρο· «ἀλλὰ εἶναι τόσο τρομερὸς ποὺ δὲν τολμῶ νὰ σοῦ τὸν πῶ.»

«Πές τον μου,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα, «δὲ φοβᾶμαι.»

«Ἂν θέλεις ἕνα κόκκινο ρόδο,» εἶπε τὸ Δένδρο, «πρέπει νὰ τὸ δημιουργήσεις ἀπὸ μουσικὴ, στὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, καὶ νὰ τὸ βάψεις μὲ τὸ αἷμα τῆς ἴδιας σου τῆς καρδιᾶς. Πρέπει νὰ μοῦ τραγουδήσεις μὲ τὸ στῆθος σου καρφωμένο σ' ἕνα ἀγκάθι. Ὅλο τὸ βράδυ πρέπει νὰ μοῦ τραγουδάς, καὶ τὸ ἀγκάθι πρέπει νὰ τρυπά τὴν καρδιά σου, καὶ τὸ αἷμα τῆς ζωῆς σου πρέπει νὰ τρέξει μέσα στὶς φλέβες μου, καὶ νὰ γίνει δικό μου.»

«Ὁ Θάνατος εἶναι μεγάλο τίμημα γιὰ ἕνα κόκκινο ρόδο,» έκραξε ἡ Ἀηδόνα, «καὶ ἡ Ζωὴ εἶναι πολὺ ἀκριβῆ. Εἶναι όμορφα νὰ κάθεσαι στὸ πράσινο δάσος, καὶ νὰ παρακολουθεῖς τὸν Ἥλιο στὸ ἅρμα του το χρυσό, καὶ τὴ Σελήνη στὸ ἅρμα της το μαργαριταρένιο. Γλυκιά εἶναι η ευωδιά τοῦ κράταιγου, καὶ γλυκοὶ εἶναι οἱ γαλάζιοι ὑάκινθοι ποὺ κρύβονται στὴν κοιλάδα, κὶ ἡ ἐρείκη ποὺ ἀνθίζει στὸ λόφο. Ὡστόσο ὁ ρωτας εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὴ Ζωή, καὶ τί εἶναι ἡ καρδιὰ ἑνὸς πουλιοῦ συγκρινόμενη μὲ τὴν καρδιὰ ἑνὸς ἀνθρώπου;»

Ἔτσι ἅπλωσε τὰ καστανὰ φτερά της να πετάξει, κὶ ὑψώθηκε στὸν ἀέρα. Πέρασε πάνω ἀπὸ τὸν κῆπο σὰ σκιά, καὶ σὰ σκιὰ διέσχισε τὸ αλσύλλιο.

Ὁ νεαρὸς Σπουδαστὴς κείτονταν ἀκόμα στὸ γρασίδι, εκεί ὅπου τὸν εἶχε ἀφήσει, καὶ τὰ δάκρυα δὲν εἶχαν ἀκόμη στεγνώσει στὰ ὄμορφα μάτια του.

«Νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος,» έκραξε ἡ Ἀηδόνα, «νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος· θὰ τὸ ἔχεις τὸ κόκκινό σου ρόδο. Θὰ στὸ χτίσω ἀπὸ μουσικὴ στὸ φεγγαρόφωτο, καὶ θὰ τὸ βάψω μὲ τὸ αἷμα τῆς ἴδιας μου της καρδιᾶς. Τὸ μόνο ποὺ ζητῶ ἀπὸ σένα σ᾿ ἀντάλλαγμα, εἶναι νὰ εἶσαι ένας ἀληθινὸς ἐραστής, γιατὶ ὁ Ἔρωτας εἶναι σοφότερος ἀπὸ τὴ Φιλοσοφία, όσο κι ἂν εκείνη εἶναι σοφή, καὶ πιό δυνατός ἀπὸ τὴν Ἰσχύ, όσο κι ἂν εκείνη εἶναι δυνατή. Στὸ χρῶμα τῆς φωτιᾶς εἶναι τὰ φτερά του, βαμμένο με φλόγες λες εἶναι τὸ σῶμα του. Τὰ χείλη του εἶναι γλυκὰ σὰν μέλι, κὶ ἡ ἀνάσα του ευωδιάζει σαν μύρο.»

Ὁ Σπουδαστὴς ὕψωσε τὸ βλέμμα του, κὶ ἀφουγκράστηκε, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τί τοῦ ἔλεγε ἡ Ἀηδόνα, γιατὶ ἤξερε μόνο εκείνα ποὺ εἶναι γραμμένα στα βιβλία. Μὰ ἡ Βαλανιδιὰ κατάλαβε, κὶ ἔνοιωσε θλίψη, γιατὶ πολὺ συμπαθοῦσε τὴ μικρὴ Ἀηδόνα ποὺ εἶχε φτιάξει τὴ φωλιά της μὲς τὰ κλαδιά της. «Τραγούδησέ μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι,» ψιθύρισε· «Θὰ νοιώθω πολλή μοναξιά ὅταν θὰ ἔχεις φύγει.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα τραγούδησε στὴ Βαλανιδιά, καὶ ἡ φωνή της ἦταν σὰν νερὸ ποὺ κελάρυζε ἀπὸ ἀσημένιο τάσι.

Ὅταν εἶχε
πιά τελειώσει τὸ τραγούδι της ὁ Σπουδαστὴς σηκώθηκε, κὶ ἔβγαλε ἕνα σημειωματάριο κὶ ἕνα μολύβι ἀπὸ τὴν τσέπη του.

«Ἔχει προσωπικότητα,» εἶπε μέσα του, καθὼς ἀπομακρύνονταν μέσα στὸ αλσύλλιο -«αὐτὸ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τῆς τὸ ἀρνηθεῖ· ἀλλὰ ἔχει και συναἰσθημα; Φοβᾶμαι πὼς ὄχι. Εἶναι μάλλον σὰν τοὺς περισσότερους καλλιτέχνες· σκέτο ὕφος, χωρὶς καμία εἰλικρίνεια. Δὲν θὰ θυσιαζόταν ποτέ γιὰ τοὺς ἄλλους. Μόνο ὴ μουσική τη νοιάζει , κὶ ὅλοι ξέρουν πως οἱ τέχνες εἶναι ἐγωιστικές. Ὅμως, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι ἔχει κάποιες ὄμορφες νότες στὴ φωνή της. Τί κρῖμα ποὺ δὲν σημαίνουν τίποτε, ἢ δὲν ἔχουν κανένα πρακτικὸ ὄφελος.» Καὶ πῆγε στὸ δωμάτιό του, καὶ ξάπλωσε στὸ μικρό του ξυλοκρέβατο, καὶ ἄρχισε νὰ σκέφτεται τὴν ἀγάπη του· καί, μετὰ ἀπὸ κάποια ὥρα, ἀποκοιμήθηκε.



Κὶ ὅταν ἡ Σελήνη ἔλαμψε στοὺς οὐρανοὺς, ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιά, κὶ ακούμπησε τὸ στῆθος της πάνω στὸ ἀγκάθι. Ὅλο τὸ βράδυ τραγουδοῦσε μὲ τὸ στῆθος πάνω στὸ ἀγκάθι, καὶ ἡ ψυχρὴ κρυστάλλινη Σελήνη ἔσκυψε καὶ ἀφουγκράστηκε. Ὅλη νύχτα τραγουδοῦσε, καὶ τὸ ἀγκάθι ἔμπαινε ὅλο καὶ βαθύτερα στὸ στῆθος της, καὶ τὸ αἷμα τῆς ζωῆς ἄδειαζε ἀπὸ μέσα της.

Τραγούδησε πρῶτα γιὰ τὴ γέννηση τῆς ἀγάπης στὴν καρδιὰ τού ἀγοριοῦ καὶ τού κοριτσιοῦ. Καὶ στὸ πιὸ ψηλὸ κλαράκι τῆς Τριανταφυλλιᾶς ἄνθισε ἕνα θαυμάσιο ρόδο, πέταλο τὸ πέταλο, τραγούδι τὸ τραγούδι. Ὠχρὸ ἦταν στὴν ἀρχή, σαν την καταχνιὰ ποὺ κρέμεται πάνω ἀπ' τὸ ποτάμι -ὠχρὸ σὰν τ' ακροδάχτυλα τῆς χαραὐγῆς, ἀσημένιο σὰν τὰ φτερὰ τοῦ πρωινοῦ. Σὰν σκιὰ ρόδου σε ασημένιο καθρέφτη, σὰν σκιὰ ρόδου σε υδάτινη λίμνη, ἔτσι ἦταν τὸ ρόδο ποὺ ἄνθισε, στὸ ψηλότερο κλαράκι τοῦ Δένδρου.

Μὰ τὸ Δένδρο φώναξε στὴν Ἀηδόνα ν' αγκαλιάσει σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι. «Πιό σφιχτά, μικρὴ Ἀηδόνα», φώναξε τὸ Δένδρο, «ἀλλιῶς ἡ Μέρα θά ῾ρθει πρὶν να τελειωθεί τὸ ρόδο.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα αγκάλιασε σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι, κι όλο καὶ πιό δυνατό γίνονταν τὸ τραγούδι της, καθὼς τραγουδούσε τὴ γέννηση τοῦ πάθους στὴν ψυχὴ τού νέου καὶ τής νέας. Καὶ μία ἁπαλὴ ρὸζ ἀπόχρωση έβαψε τὰ πέταλα τοῦ ρόδου, σὰν τὸ ἀναψοκοκκίνισμα στὸ πρόσωπο τοῦ γαμπροῦ, ὅταν φιλᾷ τὰ χείλη τῆς νύφης. Μά τὸ ἀγκάθι δὲν εἶχε ἀκόμα φτάσει στὴν καρδιά της, κι ἔτσι ἡ καρδιὰ τοῦ ρόδου παρέμενε λευκή, καθὼς μόνο τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς ἑνὸς Ἀηδονιοῦ μπορεῖ νὰ κοκκινίσει τὴν καρδιὰ ἑνὸς ρόδου.

Καὶ τὸ Δένδρο φώναξε στὴν Ἀηδόνα ν' αγκαλιάσει σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι. «Αγκάλιασε σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι, μικρὴ Ἀηδόνα», φώναξε τὸ Δένδρο, «ἀλλιῶς ἡ Μέρα θὰ ῾ρθει πρὶν να τελειωθεί τὸ ρόδο.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα αγκαλιάσε ακόμα σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι, καὶ τὸ ἀγκάθι ἄγγιξε τὴν καρδιά της, καὶ μία ἄγρια σουβλιὰ πόνου τὴ διαπέρασε. Πικρός, πικρὸς ἦταν ὁ πόνος, άγριο, ὅλο καὶ πιὸ άγριο γινόταν τὸ τραγούδι της, καθὼς τραγουδοῦσε γιὰ τὸν Ἔρωτα ποὺ τελειοποιεῖται μὲ τὸ Θάνατο, γιὰ τὸν Ἔρωτα ποὺ δὲν πεθαίνει στὸ μνῆμα.

Καὶ τὸ θαυμάσιο ρόδο ἔγινε πορφυρό, σὰν τὸ ροδόχρωμα τ' ἀνατολικοῦ οὐρανοῦ. Πορφυρή ἦταν ἡ γιρλάντα ἀπὸ ροδοπέταλα, καὶ πορφυρὴ σὰ ρουμπίνι ἦταν ἡ καρδιά.

Μὰ ἡ φωνὴ τῆς Ἀηδόνας γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ἀχνή, καὶ τὰ μικρὰ φτερά της ἄρχισαν νὰ τρέμουν, καὶ μία λεπτὴ μεμβράνη σκέπασε τὰ μάτια της. Ὅλο καὶ πιὸ ἀδύναμο γινόταν τὸ τραγούδι της, κὶ ἔνοιωσε κάτι νὰ τὴν πνίγει στὸ λαιμό.

Τότε ξέσπασε σ' ἕνα τελευταῖο τραγούδι. Τ' ἄκουσε η λευκὴ Σελήνη, καὶ ξέχασε τὴν αὐγή, καὶ παρέμεινε στὸν οὐρανό. Τ' ἄκουσε τὸ κόκκινο ρόδο, καὶ τρεμούλιασε σύγκορμο ἀπὸ ἔκσταση, κὶ ἄνοιξε τὰ πέταλά του στὸν κρύο πρωινὸ ἀγέρα. Τὸ μετέφερε η ἠχὼ στὶς πορφυροβαμμένες της σπηλιὲς πάνω στοὺς λόφους, καὶ ξύπνησε τοὺς κοιμισμένους τσοπάνηδες ἀπὸ τὰ ὄνειρά τους. Κυμάτισε μέσα ἀπὸ τὰ καλάμια τοῦ ποταμοῦ, κὶ εκείνα μετέφεραν τὸ μήνυμά του στὴ θάλασσα.

«Κοίτα, κοίτα!» φώναξε τὸ δένδρο, «τὸ ρόδο εἶναι ἕτοιμο!»· μὰ ἡ Ἀηδόνα δὲν ἀπάντησε, γιατὶ κείτονταν νεκρὴ στὸ ψηλὸ γρασίδι, μὲ τὸ ἀγκάθι στὴν καρδιά της.



Καὶ τὸ μεσημέρι ὁ Σπουδαστὴς ἄνοιξε τὸ παράθυρό του καὶ κοίταξε ἔξω. «Τί θαυμάσια τύχη!», ξεφώνισε· «ἕνα κόκκινο ρόδο!» Δὲν ἔχω ξαναδεῖ τέτοιο ρόδο σὲ ὅλη μου τὴ ζωή. Εἶναι τόσο ὄμορφο ποὺ εἶμαι σίγουρος πως ἔχει μακρύ κι εντυπωσιακό ὄνομα στα Λατινικά»· κὶ ἔσκυψε καὶ τὸ ἔκοψε.

Μετὰ φόρεσε τὸ καπέλο του, κὶ ἔτρεξε στὸ σπίτι τοῦ Καθηγητῆ, μὲ τὸ ρόδο στὸ χέρι.

Ἡ κόρη τοῦ Καθηγητῆ κάθονταν στὴν είσοδο τυλίγοντας κυανό μετάξι σ' ένα καρούλι, με τὸ σκυλάκι της ξαπλωμένο μπροστά στὰ πόδια της.


«Εἶπες πως θὰ χορέψεις μαζί μου ἂν σοῦ φέρω ἕνα κόκκινο ρόδο,» φώναξε ὁ Σπουδαστής. «Να τὸ πιὸ κόκκινο ρόδο τού κόσμου. Θὰ τὸ βάλεις σήμερα τὸ βράδυ δίπλα στὴν καρδιά σου, καὶ καθὼς θὰ χορεύουμε μαζὶ , θὰ σοῦ λέει πόσο σὲ ἀγαπῶ.»

Μὰ τὸ κορίτσι συνοφρυώθηκε. «Φοβᾶμαι πως δὲν θὰ ταιριάζει μὲ τὸ φόρεμά μου,» ἀπάντησε· «καί, ἐκτὸς αὐτοῦ, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Αὐλάρχη μοῦ έστειλε ἀληθινὰ πετράδια, κὶ ὅλοι ξέρουν ὅτι τὰ πετράδια κοστίζουν πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὰ λουλούδια.»

«Λοιπόν, μα την πίστη μου, εἶσαι πολὺ ἀχάριστη,» εἶπε ὁ Σπουδαστὴς θυμωμένος· καὶ πέταξε τὸ ρόδο στὸ δρόμο, κι ἐκεῖνο ἔπεσε μέσα στὸ ρεῖθρο, καὶ ὁ τροχὸς μιᾶς ἅμαξας πέρασε ἀπὸ πάνω του.

«Ἀχάριστη!» εἶπε τὸ κορίτσι. «Γιὰ νὰ σοῦ πῶ, αναιδέστατε· Στο κάτω κάτω, ποιὸς νομίζεις πως εἶσαι; Ἕνας σπουδαστάκος. Ούτε καν ἀσημένιες ἀγκράφες στὰ παπούτσια σου δεν πρέπει να ἔχεις, όπως ο ἀνηψιὸς τοῦ Αὐλάρχη»· καὶ σηκώθηκε ἀπὸ τὴν καρέκλα της, καὶ μπῆκε στὸ σπίτι.


«Τί ἀνόητο πρᾶγμα ὁ Ἔρωτας,» εἶπε ὁ Σπουδαστὴς καθὼς ἔφευγε. «Δὲν έχει ούτε τη μισή χρησιμότητα της Λογικής, αφού δὲν ἀποδεικνύει τίποτε, καὶ πάντοτε σοῦ τάζει πράγματα ποὺ δὲν πρόκειται νὰ συμβοῦν, καὶ πράγματα ανυπόστατα σὲ κάνει νὰ πιστεύεις. Αλήθεια, δὲν εἶναι διόλου πρακτικός, καί, καθὼς στὴν ἐποχή μας τὸ νὰ εἶσαι πρακτικὸς εἶναι τὸ πᾶν, θὰ ἐπιστρέψω στὴ Φιλοσοφία, καὶ θὰ μελετήσω Μεταφυσική.»

Κι έτσι ἐπέστρεψε στὸ δωμάτιό του, κι έβγαλε ἕνα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο, κὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει.



Oscar Wilde
from "The Happy Prince and Other Tales" (1888)



.
.
.


Όσκαρος Γουaϊλίδης (1854 - 1900)

8 Ιουλ 2009

έΡΩΤΑΣ ΔεΝ ΕίΝΑΙ

.


...δεν είναι για τις μικρές, δειλές ψυχές

...δεν είναι το παιχνιδάκι ενός κακομαθημένου "παιδιού"

…δεν είναι καπρίτσιο, να ξεφουσκώνει μόλις ευοδωθεί. Αντίθετα, μόλις ευοδωθεί θεριεύει και φουντώνει, και παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του, σαν το άγριο θαλασσινό κύμα που φουσκώνει, φουσκώνει, φουσκώνει, φουσκώνει, και τελικά σ κ ά ει , αλλάζοντας τα πάντα, τρομερό, υπέροχο, μεγαλοπρεπές, φονικό.

…δεν είναι βίτσιο, πολυτέλεια, ανωμαλία. Ο Έρωτας είναι αιτία κι αφορμή κι αποτέλεσμα, ανάγκη κι εκπλήρωση ταυτόχρονα- αέρας, νερό, τροφή, και θάνατος μαζί.

…δεν είναι ζήλεια. Η ζήλεια είναι Έρωτας του εαυτού μας και μόνο. Ο Έρωτας δεν καταδέχεται να ζηλέψει. Δεν διανοείται να μικρονοήσει, γιατί δεν διανοείται γενικώς,-δεν υπολογίζει, δεν διυλίζει, δεν φοβάται, δεν δειλιάζει, δεν διστάζει, γιατί δεν σκέφτεται καν- αν σκέφτεται, δεν είναι Έρωτας.

Γι αυτό σού λέω

Έρωτας δεν είναι

7 Ιουλ 2009

"Lo QUe PUeDE eL SIENTIMeNTO, No Lo PUeDE eL SABeR, ToDO Lo CaMBIA eL MOMIeNTO... (MERCeDES SoSA, MiLTON NASCIMeNTO ET AL - AuTOPLaY)

.


"Να ξαναγίνεσαι δεκαεφτά χρονών,
αφού έχεις ζήσει μια ζωή
η αγάπη θαύματα μπορεί
που δεν κατέχουν οι σοφοί

όλα τ΄ αλλάζει μια στιγμή..."



Volver a los 17
Despues de vivir un siglo
Es como descifrar signos
Sin ser sabio competente
Volver a ser de repente
Tan fragil como un segundo
Volver a sentir profundo
Como un niño frente a dios
Eso es lo que siento yo
En este instante fecundo.

Se va enredando, enredando
Como en el muro la hiedra
Y va brotando, brotando
Como el musguito en la piedra
Como el musguito en la piedra
Hay si ..., si ..., si ...


Mi paso retrocedido
Cuando el de ustedes avanza
El arco de las alianzas
Ha penetrado en mi nido
Con todo su colorido
Se ha paseado por mis venas
Y hasta la dura cadena
Con que nos ata el destino
Es como un diamante fino
Que alumbra mi alma serena.

Se va enredando, enredando
Como en el muro la hiedra
Y va brotando, brotando
Como el musguito en la piedra
Como el musguito en la piedra
Hay si ..., si ..., si ...


Lo que puede el sentimiento
No lo ha podido el saber
Ni el mas claro proceder
Ni el mas ancho pensamiento
Todo lo cambia el momento
Cual mago condescendiente
Nos aleja dulcemente
De rencores y violencias
Solo el amor con su ciencia
Nos vuelve tan inocentes.

Se va enredando, enredando
Como en el muro la hiedra
Y va brotando, brotando
Como el musguito en la piedra
Como el musguito en la piedra
Hay si ..., si ..., si ...


El amor es torbellino
De pureza original
Hasta el feroz animal
Susurra su dulce trino
Detiene a los peregrinos
Libera a los prisioneros
El amor con sus esmeros
Al viejo lo vuelve niño
Y al malo solo el cariño
Lo vuelve puro y sincero.

Se va enredando, enredando
Como en el muro la hiedra
Y va brotando, brotando
Como el musguito en la piedra
Como el musguito en la piedra
Hay si ..., si ..., si ...

De par en par la ventana
se abrió como por encanto,
entró el amor con su manto
como una tibia mañana,
al son de su bella diana
hizo brotar el jazmln,
volando cual serafín
al cielo le puso aretes
y mis años en diecisiete
los convirtió el querubín.


Violetta Parra (1964-1965)

Το ΓΙΑΣΕΜή, Το ΓΙΑΣΕΜή!

.



Ποιά είναι που φεγγοβολά

μέσα στη νύχτα την αβρή;

ποιά είναι που μοσχοβολά

και ταξιδεύει την ψυχή;

.

ΛΙΒΙΔώ

.

...και σ' ονειρεύμαι γυμνή στα γαλάζια μου σεντόνια...

...υγρή, δροσερή, μυστηριώδη κι ευωδιαστή, σαν το πρώτο βράδυ της Άνοιξης...

....γυμνή κι ευτυχισμένη, τυλιγμένη στον έρωτά μου...

μακριά τα μαλλιά σου, μακριά από τον καθημερινό θάνατο... διάφανα τα μάτια σου, διάφανα σαν τον ορίζοντα μετά την καταιγίδα... αστραφτερό το βλέμμα σου, σαν καλοκαιριν;ή αστραπή... άγριος ο έρωτάς σου, αύριος, άγιος... κόκκινα τα χείλη σου, κόκκινο το αιδοίο σου, κόκκινα να ζαλίζομαι, κόκκινα να βυθίζομαι και να χάνομαι... κι εσύ...

...να κολυμπάς γυμνή στα γαλάζια μου σεντόνια...

...Θάλασσα...